«Και με το φως του λύκου επανέρχονται», κλεφτές ματιές στο μυθιστόρημα, που καθιέρωσε τη Ζυράννα Ζατέλη

Συνεχίζοντας το μυστηριακό μας ταξίδι στον εραλδικό κόσμο της Ζυράννας Ζατέλη, προχωρούμε στο πρώτο της μυθιστόρημα, το ανυπέρβλητο «Και με το φως του λύκου επανέρχονται» (1993). Στα δέκα του κεφάλαια υπάρχει το κοινό νήμα βασικών ηρώων, ωστόσο κάθε κεφάλαιο εμφανίζει μια αξιοσημείωτη αυτοτέλεια, τέτοια που να το καθιστά νοηματικά πλήρες και ιστορικά επαρκές.

Όπως σχεδόν το σύνολο του έργου της συγγραφέως, η πηγή της έμπνευσής της δεν είναι άλλη από ιστορίες που έζησε ή άκουσε, στην περιοχή της επαρχίας της Κεντρικής Μακεδονίας (θυμίζουμε ότι κατάγεται από το Σοχό Θεσσαλονίκης), συνυφασμένες με την πορεία στο χρόνο της ευρύτερης οικογένειας και του χωριού της. Ιστορίες περιπλεγμένες, με βαθιά νοήματα, ψυχανεμίσματα, με έντονη την παρουσία του θανάτου, της παιδικής ηλικίας, των ζώων, με πολλές ανίερες πράξεις (απιστίες, ασέβειες, ερωτικές εκτροπές), ασυνήθιστα φαινόμενα (ασθένειες, κοινωνικές ιδιαιτερότητες), γάμους και ερωτικές ενώσεις προσώπων πέραν της συνήθειας εκείνων των εποχών, έντονα φυσικά φαινόμενα (σεισμοί, κεραυνοί, πυρκαϊές, καταιγίδες, χιονοπτώσεις, παλίρροιες), αλληλοδιαπλέκονται περίτεχνα στο αφηγηματικό υφάδι, προσδίδοντας σχεδόν μαγικές διαστάσεις σε κάθε εξιστόρηση.

Οσοδήποτε απλά και αν φαίνονται τα γεγονότα στα μάτια και αφτιά ενός αδαούς, η ζατελική αφήγηση θα κείται αυτονόητα στους θριαμβικούς ουρανούς άρσης της λογοτεχνίας στα ύψη μιας τέχνης σπάνιας αισθητικής. Ενώ δηλαδή πολλοί από τους αναγνώστες μπορεί να βρουν στις ιστορίες της πολλά σημεία να ταυτιστούν από τις παιδικές τους θύμησες στην ελληνική επαρχία, ο τόνος δίδεται τόσο μαγικά, που είναι να απορεί κανείς με την ευρηματικότητα, τη «συνδεσμολογία» των νοημάτων, την ενατένιση της ζωής από τις παραφωτίδες του υπερβατικού.

Η περιδίνηση στην αλληλουχία των συμβάντων δεν ακολουθεί ευθείες γραμμές, ούτε καν τεθλασμένες. Η Ζυράννα των φανατικών της αναγνωστών δεν επιτρέπει τη σχεδόν ιερόσυλη περιληπτική απόδοση και μεταφορά των ιστοριών της. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ύβρι στο ψυχικό και αξιακό υπόβαθρο του βλέμματος ενός ζώου, που περιγράφεται στις σελίδες της.

Για το σκοπό αυτό, από το πρώτο μυθιστόρημά της, το «Και με το φως του λύκου επανέρχονται», θα επιλέξομε ορισμένα σημεία ξεχωριστά κατά την πάντοτε υποκειμενική μας οπτική γωνία, πλην ενδεικτικά της ζώσας φλογοκοπής των ανθρώπινων πράξεων σε ατάκτως ερριμμένους λίθους, πλίνθους και κεράμους.

Ξεκινάμε από την εξιστόρηση μιας τελετουργίας που περιλάμβανε την υποχρέωση κάθε δωδεκάχρονου αγοριού να σφάξει ιδίοις χερσίν ένα ζώο, την άνοιξη μετά από τα 12α γενέθλιά του. Μόνη περίπτωση απαλλαγής υπήρχε, εφόσον είχε επισυμβεί στην οικογένεια θάνατος κατά τις τρεις τελευταίες ημέρες πριν την καθορισμένη ημερομηνία. Σε τέτοια περίπτωση, η τελετή ακυρωνόταν και το ζώο είχε τη σπάνια για τη συνομοταξία του τύχη να αφεθεί να πεθάνει από φυσικά αίτια. Ειδικά επιλεγμένα ρούχα, που πήγαιναν από γενιά σε γενιά, κηλιδωμένα επίτηδες από παλιά θυσία, απαγόρευση αλκοόλ πριν όσο επιβεβλημένη μετά για τον πρωταγωνιστή, μας παραπέμπει σε ανάλογες μυήσεις στην κοινωνία των μεγάλων (περιτομή των Μουσουλμάνων κ.ά.), που απαντώνται σε πλήθος κοινωνιών και πολιτισμών ανά την υφήλιο. Μόνο μέσα από αφηγήσεις ενός κάποιου έστω ζατελικού βάθους είναι δυνατό να εμπλουτιστεί ένα έθιμο με την αναγκαία για τη διατηρησή του στο συλλογικό μνημονικό μαγεία.

Περνάμε στην ανίερη ερωτική επαφή ενός σχεδόν άνηβου μουσουλμάνου της περιοχής (μην ξεχνάμε ότι η Μακεδονία ενσωματώθηκε στον εθνικό κορμό μόλις με τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), ενώ η Ζυράννα μάς πηγαίνει τρεις-τέσσερις γενιές πίσω από την ίδια, επομένως στο 19ο αιώνα, όπου μουσουλμάνοι και χριστιανοί συζούσαν στα εδάφη της καταρρέουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας) με μια κωφάλαλη, πλην επαρκή νοητικά γυναίκα. Αφού συλληφθούν «κλέπτωντες οπώρες», ο μεν προέφηβος νυμφεύεται με συνοπτικές διαδικασίες μια της φυλής του, η δε κωφάλαλη αφήνεται στη μοίρα της, πριν οδηγηθεί να εξειδικευτεί στην καλύτερη μαία της περιοχής. Λεπτομέρεια, για το σκοπό αυτό τής ξερριζώνουν και καυτηριάζουν δύο νύχια, όρος αναγκαίος εκείνες τις εποχές, για να αποφεύγονται επιμολύνσεις.

Κατά τη φυγή από νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης (το σημερινό Λοιμωδών;) του πατέρα με την πάσχουσα από σεδάβοιμα κόρη, απαντάται η ετοιμασία της σπιτικής λεμονάδας από το γιο του ιδιοκτήτη μιας ταβέρνας-καφενείου. Στύβει μπροστά στους πελάτες του επτά λεμόνια, προσθέτει τρεις κουταλιές ζάχαρη και αρχίζει να χύνει το περιεχόμενο του μείγματος από ένα ποτήρι σε άλλο, αυξάνοντας σταδιακά τη μεταξύ τους απόσταση, σε βαθμό εντυπωσιακό (δοκιμάστε το με χυμό από ρόδι).

Έπεται μια ιστορία αγάπης, που παρεισφρέει στα γνωστά μακεδονικά καρναβάλια με τους κουδουνοφόρους τραγόμορφους, που γλεντούν, πίνουν και τραγουδούν, βακχικά, διονυσιακά, σειληνικά, ζατελικά, μια Καθαρά Δευτέρα με κρύο, αρχές Μάρτη. Ο κάθιδρος κουδουνοφόρος βγάζει το κεφάλι του τράγου, που, βαρύ σαν ιστορία, του προκαλούσε απανωτούς γρόμπους ιδρώτα, και αφήνεται σε έναν έρωτα που πόθησε η ψυχή του περισσότερο ερωτευμένη με τον έρωτα καθαυτόν.

Παραπέρα, ζούμε μαζί με τους μοιραίους ήρωες τις κρυφές ματιές τους στο «παιχνίδι των λαγών».. Τα βράδια, κάτω από το φεγγαρόφωτο, αν κανείς κρυφτεί στους θάμνους και παραμείνει ακίνητος, μπορεί να θαυμάσει τους λαγούς, αυτά τα κατά τα άλλα φοβισμένα πλάσματα, να βγαίνουν από τις κρυψώνες τους και να παίζουν, όπως κάθε ζωντανό πλάσμα πάνω σε αυτόν τον πλανήτη, σε κάποια στιγμή της ζωής του τουλάχιστον.

Συνεπής στις ματιές στο ζωικό βασίλειο, περιγράφει γλαφυρότατα το κατέβασμα λύκων στο χωριό, λόγω της αλλαγής καιρικών συνθηκών, τα πνιγμένα πρόβατα, τα αρπαγμένα νήπια, αλλά και πρόβατα που πειθήνια ακολουθούσαν το θύτη τους σαν υπνωτισμένα στο λημέρι του, μοιραία κι άβουλα.. Ιστορία όχι πρωτάκουστη και μεταφερμένη από άτομο «που δεν αισθανθήκαμε να το εξουσιάζει τυφλή φαντασία».

Ο λύκος γενικά απαντάται συχνά στο ζατελικό κόσμο. Ίσως η αγέρωχη κοψιά, ίσως ο μύθος γύρω από τις δυνάμεις, σίγουρα η θριαμβική περιφορά ενός συλληφθέντος λύκου από ένα συγχωριανό (σε άλλο μυθιστόρημα της Ζυράννας) να εξηγούν αυτήν την τόσο συναρπαστική εμμονή. Λύκος απαντάται και σε μία εικόνα, που αλλού, σε άλλο μυθιστόρημα της Ζατέλη, θα καθορίσει τις ορίζουσες μιας ιστορίας με αρχή, μέση και τέλος. Από παραμύθι ξεκινά και μια ζωή σαν παραμύθι ακολουθεί αυτός ο λύκος στο φεγγαρόφωτο. Αλλά θα το αναλύσομε σε επόμενο σημείωμα.

Στα τελευταία του, το «Και με το φως του λύκου επανέρχονται» αποκαλύπτει τα πρόσωπα, μέσω των οποίων έφτασαν οι ιστορίες στη Ζυράννα, τις συνθήκες του θανάτου τους, το έναυσμα όλου του λογοτεχνικού της οίστρου (ο θάνατος ενός εκ των ομορφότερων και αξιολογότερων προγόνων «για μια προβατίνα»), την αφετηρία τελικά αυτού του τόσο σπάνιου και αξιερεύνητου είδους που υπηρετεί.

Διαβάζοντας το «Και με το φως του λύκου επανέρχονται», κανείς μυείται αμετάκλητα στον κόσμο της Ζυράννας, αποθέτοντας κάθε τελευταία «ελπίδα» αποφυγής του στην αυτοεκπληρούμενη προφητεία της πλάνεψής του. Αφεθείτε.

current_Panos

0 Comments

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

contact us

We're not around right now. But you can send us an email and we'll get back to you, asap.

Sending

©2015

Log in with your credentials

Forgot your details?