«Ακόμα και οι καουμπόισσες μελαγχολούν»: ένα απολαυστικό μυθιστόρημα του αξεπέραστου Τομ Ρόμπινς

Το καλοκαίρι του 1936 γεννιέται στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ ο Τομ Ρόμπινς, ένας από τους διασημότερους αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Το 1976 γράφει το απολαυστικό μυθιστόρημα «Ακόμα και οι καουμπόισσες μελαγχολούν» (εκδόσεις Αίολος, τίτλος πρωτοτύπου «Even cowgirls get the blues»), το οποίο το 1993 μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη, με πρωταγωνιστές την Ούμα Θέρμαν και τον Κιάνου Ριβς.

Ο Ρόμπινς μεγάλωσε στον αμερικανικό Νότο και υπηρέτησε την Αεροπορία των ΗΠΑ στον Πόλεμο της Κορέας ως μετεωρολόγος. Αργότερα σπούδασε Καλές Τέχνες, Θεολογία και Μουσική. Από το συνδυασμό των προσλαμβανουσών της ζωής του μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί το χιούμορ παρεισφρύει τόσο συχνά στα βιβλία του. Επίκαιρα εφευρετικό, πρωτότυπο και ενίοτε αυθάδες, το χιούμορ του Ρόμπινς θίγει στερεότυπα, φιλοσοφίες, θρησκείες και καθωσπρεπισμούς, όντας έτσι αρκετά παράτολμο. Η ανάγνωση των βιβλίων του, που έχουν εμπνεύσει μέχρι και την ονοματοδοσία εστιατορίων, είναι ασφαλής απόλαυση παντός καιρού και τη συστήνω ανεπιφύλακτα.

Πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος «Ακόμα και οι καουμπόισσες μελαγχολούν» είναι η Σίσσυ Χάνκσω, μια γυναίκα γεννημένη με τεράστιους αντίχειρες, τους οποίους ξεκίνησε να χρησιμοποιεί για πολύ οτοστόπ και από μικρή ηλικία, ως αντιστάθμισμα κοινωνικοποίησης στο ρατσισμό που της προκαλούσαν, επιτρέποντας στωικά στους άνδρες οδηγούς που επέλεγε να την αγγίζουν πονηρά –μέχρις ενός σημείου- όσο αυτή απολάμβανε το χάμπουργκερ ή το παγωτό, που της είχαν αγοράσει..

Στην Αμερική του Αϊζενχάουερ, όμως, αυτές οι συμπεριφορές δεν ήταν διόλου αποδεκτές, με αποτέλεσμα η Σίσσυ να βρεθεί προσωρινά σε αναμορφωτήριο, υπό την επίβλεψη μιας κοινωνικής λειτουργού, της οποίας η πιο πρωτότυπη ιδέα στήριξης της Σίσσυ ήταν να την οδηγήσει σε χορό αναπήρων για κοινωνικοποίηση..

Κάπως έτσι και παρά την επιστροφή της στο πατρικό, η Σίσσυ στα δεκαεπτά εξαφανίζεται οριστικά από το Ρίτσμοντ, με την μπλε Λίνκολν ενός αφροαμερικανού σαξοφωνίστα με χρυσά δόντια, που πήγαινε βόρεια.

Η πρώτη της δουλειά ήταν μοντέλο στη Νέα Υόρκη, στην υπηρεσία της «Κόμισσας», ενός βαθύπλουτου ιδιοκτήτη εταιρείας γυναικείων καλλυντικών, στον οποίο ανήκει το βασικό σκηνικό, όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση του βιβλίου: δεν είναι άλλο από το «Ράμπερ Ρόουζ», το ράντσο του Λαστιχένιου Ρόδου, ένα ράντσο στην Ντακότα, που το λειτουργούν αποκλειστικά γυναίκες!

Να παρενθέσω στο σημείο αυτό ότι ο Ρόμπινς προσφέρει στην Αμερική της δεκαετίας του 1970, επομένως με το Γούντστοκ και τα «παιδιά των λουλουδιών» πολύ πρόσφατα να στοιχειώνουν τις Αμερικανίδες με χαρουμενιά και ελαφρότητα, ένα γυναικείο πρότυπο ασυμβίβαστο, αντισυμβατικό, ελαφρώς αγοροκοριτσίστικο, αναρχικό, με μια αυτάρκεια και σιγουριά, που η μέση γυναίκα της εποχής μάλλον ακόμα φοβόταν. Αν σήμερα κανείς γελά με τα καμώματα και την κοσμοθεωρία της Σίσσυ, τότε μπορεί και να τον ξένιζε, αν δεν τον έκανε να νιώθει άβολα. Μην ξεχνάμε, μιλάμε για τις ΗΠΑ, όπου η πρωτοπορία της μόδας και της τεχνολογίας πήγαινε ανέκαθεν χέρι χέρι με την ακινησία και τα κέικ του συντηρητικού Νότου της.

Ο πρώτος άνδρας στη ζωή της Σίσσυ ήταν ο Ινδιάνος Τζούλιαν, τον οποίο παντρεύτηκε υπό τη διακριτική παρέμβαση της Κόμισσας. Ο Τζούλιαν ήταν ζωγράφος στην υπηρεσία της Κόμισσας. Όταν η Αμερικανική Υπηρεσία Φαρμάκων ανακοίνωσε ότι τα καλλυντικά για την ευαίσθητη περιοχή των γυναικών είναι από άχρηστα έως επικίνδυνα, η Κόμισσα αναθέτει στη Σίσσυ μια ειδική αποστολή: να πάει στο Ράμπερ Ρόουζ για να γυρίσει ένα διαφημιστικό στη λίμνη Σιγουάς, φθινοπωρινό σταθμό αποδημίας του τελευταίου κοπαδιού γερανών της Αμερικής, και για να του μεταφέρει πληροφορίες για την ..ομηρεία της διευθύνουσας Μις Άντριαν από μια πρόσφατα προσληφθείσα άτακτη έφηβη, την Μπονάτσα Τζέλλυ-Μπην και την ομάδα της.

Η Σίσσυ γνωρίζει την Μπονάτσα απολαμβάνοντας το ειδικά παραγγελθέν για αυτήν στο ρουστίκ Κέντρο Ευεξίας Γυναικών του Ράμπερ Ρόουζ πρωινό (χάμπουργκερ, κόκα κόλα και σοκολάτα, όταν οι υπόλοιπες πελάτισσες ακολουθούσαν υποχρεωτικά δίαιτα 900 θερμίδων ημερησίως!). Η όμορφη καουμπόισσα εισβάλλει στο δωμάτιο της Σίσσυ και αρχίζουν μια ζωηρή συζήτηση για το πόσο καταπιεσμένες είναι οι καουμπόισσες στην Αμερική, πώς έπαψε από το 1933 να τους επιτρέπεται να παίρνουν μέρος σε αγώνες ροντέο και πώς στο Ράμπερ Ρόουζ προσπαθούν να ζήσουν σαν πραγματικές καουμπόισσες, που δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από τους άνδρες. Σχεδόν προβλέψιμα για τον υποψιασμένο αναγνώστη, Σίσσυ και Μπονάτσα καταλήγουν να κάνουν έρωτα..

Στην ιστορία παρεμβάλλεται η εκπληκτική αφήγηση των συνηθειών των Ανθρώπων των Ρολογιών, Ινδιάνων που μετρούσαν το χρόνο με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, μέσα σε ένα φυσικό δίκτυο υπόγειων στοών. Λεπτομέρειες δεν θα δώσω, για να αφήσω την περιέργειά σας να το εξερευνήσει.

Κάπως έτσι φτάνουμε στον Τσινκ, έναν ηλικιωμένο Ιάπωνα ερημίτη, που ζει μέσα σε μια σπηλιά, στη Ράχη των Σιγουάς, ένα ύψωμα πάνω από το Ράμπερ Ρόουζ. Ο Τσινκ, που γεννήθηκε σε ηφαιστιογενές νησί στη συστάδα των Ρίου-Κίου της Ιαπωνίας από γονείς που καλλιεργούσαν γλυκοπατάτες στις πλαγιές του ηφαιστείου, έφτασε στη Ράχη των Σιγουάς κυνηγημένος από το αμερικανικό Κράτος, όπως η πλειοψηφία των Ιαπώνων των ΗΠΑ κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Σίσσυ έρχεται σε επαφή με τον Τσινκ και βρίσκει τις φιλοσοφικές του απόψεις ενδιαφέρουσες. Μεταφέρει την εμπειρία της στη Νέα Υόρκη, στον άνδρα της και στο αφεντικό της. Αυτό που δεν μετέφερε είναι το πόσο πρόθυμα αφέθηκε στον έρωτα αυτού του ερημίτη, ο οποίος έκανε αυτό που δεν της είχε κάνει ποτέ κανένας άνδρας ή γυναίκα: ασχολήθηκε για πολλή ώρα με τη λατρεία των αντιχείρων της!

Στην κορύφωση των ατελείωτων συζητήσεών τους, ο Τσινκ θα καταλήξει, για τους Δυτικούς που προσπαθούν να εντρυφήσουν στις Ανατολικές θρησκείες, ότι μόνο «ζεσταίνουν τα χέρια τους» στη φωτιά. Τους θεωρεί πνευματικά πάμφτωχους μέσα στην καταναλωτική υστερία τους: «Τι μπορεί να κάνει ένας Δυτικός με τη φτώχεια του; Να την αντέξει με ειλικρίνεια, χιούμορ και χάρη», θα πει.

Γίνεται αντιληπτό ότι ο Ρόμπινς εδώ θίγει θέματα ταμπού για την αμερικανική κοινωνία. Βάζει στο στόμα του ερημίτη τη βίαιη αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου και συλλήβδην του δυτικού τρόπου ζωής. Διότι, αν ο συντηρητικός μεσοαστός του Νότου δεν αντέχει μία φορά την κριτική ότι είναι πάμφτωχος πνευματικά, πόσο να την αντέξει αυτός που επαναστώντας για να επαναστατεί νομίζει ότι επαναστατεί, χωρίς όμως συγκεκριμένα ζητούμενα (όπως η Μπονάτσα Τζέλλυ-Μπην); Κι όλα αυτά στην Αμερική της δεκαετίας του 1970, που ζει με την αυτοπεποίθηση της υπερδύναμης που έστειλε άνθρωπο στο φεγγάρι και την ανεμελιά μιας δήθεν μετανεωτερικής αντισυμβατικότητας, που απλώς δίνει στο σύστημα το βολικό άλλοθι της διαιώνισής του.

Ο Ρόμπινς συνεχίζει με αναφορές ακόμα και στην ομηρική Κροκόπεπλο Ηώ, δηλαδή τη ροδοδάχτυλη αυγούλα. Παρουσιάζεται και ο ίδιος ως ήρωας του έργου του, σε ένα ρόλο-έκπληξη που επίσης δεν θα αποκαλύψω. Οι απολήξεις των νοημάτων του αλλάζουν τη γενική εντύπωση για το αμερικανικό μυθιστόρημα, με εντυπωσιακή πρωτοτυπία ανάμεσα στην ανέμελη αφήγηση ελαφρών γεγονότων και τη σχεδόν βίαιη παρεμβολή βαθιά φιλοσοφημένων απόψεων. Ανάμεσά τους, η ιστορία του τελευταίου κοπαδιού γερανών που διέσχιζε στην αποδημητική του διαδρομή τις ΗΠΑ και τον Καναδά.

Η Σίσσυ μαθαίνει για τη δικαστική απόφαση περί το Ράμπερ Ρόουζ αναρρώνοντας από μια εξαιρετικά συμβολική χειρουργική επέμβαση. Στο ράντζο είχε επιβληθεί κατά μία έννοια μια έννομη τάξη που έλειπε, μετά από περισσή βία, χρόνο και δημοσιότητα. Ωστόσο, οι «Καουμπόισσες» θα έχουν απολύτως happy end, που σκόπιμα δεν θα αποκαλύψω.

Διαβάζοντας Ρόμπινς, κανείς ξεφεύγει από την εύκολη απαξίωση της αμερικανικής κουλτούρας και ιδεολογίας. Αντιλαμβάνεται ότι σε αυτήν την τόσο μακρινή για την ευρωπαϊκή νοοτροπία χώρα δεν υπάρχουν μόνο ξανθές γυναίκες αμφίβολης νοημοσύνης με μεγάλα στήθη, που μασούν προκλητικά τσιχλόφουσκα. Υπάρχει και ζωηρή πνευματικότητα, που δεν διστάζει στην αυτοκριτική της να κανιβαλίσει τις μειονεξίες της φυλής της, επομένως να επιτυγχάνει την ηθική εξιλέωση στα μάτια της αυτάρεσκης ευρωπαϊκής πάντα-μητρόπολης. Ο Ρόμπινς αναδεικνύεται σε πρωθιερέα της ώσμωσης του εφευρετικού χιούμορ με το φιλοσοφικό αυτοσαρκασμό. Ως τέτοιος, αξίζει και με το παραπάνω την προσοχή σας και οι «Καουμπόισσες» -να ‘στε βέβαιοι- ακόμα κι αυτές, μελαγχολούν..

current_Panos

 

 

0 Comments

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

contact us

We're not around right now. But you can send us an email and we'll get back to you, asap.

Sending

©2015

Log in with your credentials

Forgot your details?