«Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα», πρακτική ψυχολογία από τη Μάρω Βαμβουνάκη

Η Μάρω Βαμβουνάκη είναι ψυχολόγος, νομικός και συγγραφέας, πολυγραφότατη μάλιστα. Εκτός από μυθιστορήματα και διηγήματα, έχει γράψει μια σειρά από βιβλία ψυχολογίας.

Θα πει κανείς: «ψυχολογία; πολυφορεμένο ρούχο, το βρίσκεις πια παντού». Δεν είναι, όμως, έτσι, όταν πρόκειται για τη Μάρω Βαμβουνάκη, τη «Μάρω» των φανατικών της. Η Μάρω ακροβατεί με επιτυχία ανάμεσα σε εκλαϊκευτικές εκδοχές καθημερινής ψυχολογίας και σε γενναία επιστημοσύνη, που κάνει τα έργα της τόσο εύληπτα όσο και τεκμηριωμένα.

Διόλου αποσπασμένη από τη ζώσα πραγματικότητα, εργαζόμενη, δημιουργός, μάνα, Κρητικιά, με τις ανασφάλειες και το ταμπεραμέντο που όλα αυτά συνεπάγονται, άνθρωπος της διπλανής πόρτας, η Μάρω προσφέρει, μέσα από τις ιστορίες και τις παρεμβολές τους συμπεράσματα, διδάγματα μιας ψυχολογίας, που δεν είναι όσο στεγνή την παρουσιάζουν τα 19+1 tips «για να έχεις πάντα δίκιο» των ιλουστρασιόν περιοδικών ή των ελαφρών πρωινάδικων. Τη Μάρω θα μπορούσε κανείς άνετα να συναντήσει σε ένα καράβι από τον Πειραιά για την Κρήτη, να πίνει τον καφέ της και να χαμογελά με προσήνεια, προσιτή, γήινη, καθημερινή, μα και τόσο βαθειά στο καταστάλαγμα της εμπειρίας της.

Να πούμε εδώ ότι η Μάρω δεν φείδεται αλμάτων από τους κλασικούς της ψυχανάλυσης (Φρόιντ, Γιουνγκ κ.ά.) στους Πατέρες της Εκκλησίας (Απόστολο Παύλο, γέροντα Παΐσιο κ.ά.) και από διακεκριμένους συγγραφείς (Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Μπουκάι, Καζαντζάκη κ.ά.) σε άλλα φιλοσοφικά ρεύματα, προκειμένου να τεκμηριώσει τα γραφόμενά της, να επιδαψιλεύσει στον αναγνώστη της τη μύχια ενατένιση του καθημερινού μέσα από εστιασμένα καλειδοσκόπια καθ’ όλα στέρεης βάσης.

Στα έργα της Μάρως θα δει κανείς να περιγράφονται άνθρωποι και γεγονότα, που είναι εξαιρετικά πιθανό να θυμίσουν κάποιον γνωστό του οικείου μας περιβάλλοντος, της οικογένειάς μας ενδεχομένως. Θα δει πώς αυτά που ενίοτε θεωρούμε παθολογικά είναι όλως εξηγήσιμα, αναλυτέα, αιτιοκρατικά μέσα στο μυστήριό τους, εν τέλει κοινοποιήσιμα, αναλύσιμα, αντιμετωπίσιμα.

Από τα πολλά βιβλία με ψυχολογική διάσταση της Μάρως, ξεχωρίζομε το «Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα» (2010, εκδόσεις Ψυχογιός), βασισμένο σε φράση του Ιταλού στοχαστή-ποιητή Αντόνιο Πόρτσια. Ο τίτλος από μόνος του προδιαθέτει για το περιεχόμενο, το οποίο αδρά μόνο εμφιλοχωρεί στον τίτλο, μιας και οι ιστορίες, μολονότι μη σπονδυλωτές, διακατέχονται από μια αλληλουχία γενεσιουργό του συνολικού επιμυθίου. Είναι το πρώτο, αλλά όχι το μοναδικό βιβλίο που θα παρουσιάσομε στο beautyguard.gr από τη βιβλιοθήκη της Μάρως, και επιλέχτηκε όχι τυχαία, καθώς είναι και αντιπροσωπευτικό του στυλ της αλλά και επαρκώς αμείωτου ενδιαφέροντος για το μέσο αναγνώστη, που δεν επιθυμεί απλώς ανάγνωσμα παραλίας, «τσίχλα για τα μάτια».

Ως ελάχιστο νοερό «δρομολόγιο» στο «Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα», θα σταθούμε σε ορισμένες «στάσεις», οι οποίες δεν συμπυκνώνουν απαραίτητα τα ουσιωδέστερα μηνύματα του έργου, παρά ταύτα δίνουν μια γεύση της μοναδικής στο είδος της συγγραφέως, του ανυστερόβουλα δολιχοδρομούντος ειρμού των σκέψεών της και εν τέλει των μεγάλων νοημάτων που εξάγονται αβίαστα από όλο αυτό.

Ξεκινάμε με την αποδόμηση ενός σημαντικού μέρους δήθεν «ερώτων» (σε καμία περίπτωση με μηδενιστική λογική, άλλωστε η Μάρω αφήνει πάντοτε στο τέλος μιαν επίγευση αισιοδοξίας, εφικτότητας στη βελτίωση, στο πλαίσιο της ατομικής ελευθερίας). Πράγματι, είναι λίγο σκληρό να βλέπει κανείς γραμμένο ότι ορισμένες φορές δεν ερωτευόμαστε τον άνθρωπο, αλλά την κατάσταση, τη «βολή» μας μαζί της, την κεκτημένη ταχύτητα μιας αδράνειας, που δεν επιδιώκει να ξεβολευτεί, που λατρεύει το «σιγουράκι» της.

Από τη σύντομη ιστορία ενός μυθομανούς φίλου, αντιλαμβάνεται κανείς τη δύναμη της αυθυποβολής, το εύρος του κατασκευασμένου σύμπαντος, στο οποίο μπορεί κανείς να θέσει τον εαυτό του, την απώθηση του πραγματικού ως ελάχιστο μηχανισμό αυτοάμυνας απέναντι σε μια ζώσα καθημερινότητα εξαιρετικά δυσχερή για να βιωθεί.

Ακολουθεί μια ανάλυση ενός κάποιου ψυχαναγκασμού που διακατέχει τις αστικές διακοπές (να φάμε και το πρωινό, μιας και το πληρώσαμε, να πάρομε και μέλι, να δούμε και αυτό, κρίμα να μην κάνομε και το άλλο), η οποία πόρρω απέχει από το να χρυσώσει το χάπι στο μη δυνάμενο να κάνει διακοπές Έλληνα (το βιβλίο άλλωστε είναι του 2010, πριν τα έντονα σημάδια της κρίσης δείξουν τα δόντια τους), αλλά απλώς αναδεικνύει το τι σηματοδοτεί το πραγματικό «διακόπτω», «ξεκουράζομαι», «γαληνεύω», «ισορροπώ». Ω του θαύματος! Όλα αυτά μπορούν να κατακτηθούν και στην αυγουστιάτικη Αθήνα.. Η Μάρω αναλύει πώς. Όχι με 10+1 hot spots. Με λίγη δουλειά μόνο μέσα μας.

Περνάμε στη φοβικότητα εκδήλωσης των πραγματικών μας συναισθημάτων. Μεγαλωμένη στην εξωστρεφή πλην έντονου κοινωνικού ελέγχου κρητική κοινωνία, η Μάρω ρίχνει γενναίο βλέμμα σε όλους εκείνους τους ανθρώπους που κρύβουν καλά μέσα τους τα μεγάλα τους μυστικά, που «φωνάζουν» τη σιωπή τους, που οι ίδιοι οι γονείς τους δεν τολμούν να τους αντιμετωπίσουν με παρρησία, για να εξάρει τελικά το μεγαλείο της υγιούς εσωτερικότητας, την αναγκαιότητα του διαρκούς ταξιδιού μέσα μας προς τη δικιά μας αλήθεια, το απαράγραπτο δικαίωμα της σιωπής και της μοναχικότητας, όταν αυτό δεν θίγει την ουσιώδη κοινωνική συμπεριφορά και ως τέτοιο αποτελεί το βατήρα για την κατάδυση στο βαθύτερο, αληθινό Εγώ.

Η Μάρω δεν συγκρατεί την ανάγκη της να αποδομήσει τους φόβους, τους κάθε φόβους, που καθήλωσαν γενιές ολόκληρες στη σύμβαση, την προσποίηση, τον κοινωνικό καταναγκασμό, τελικά τη δυστυχία. Γνήσια θιασώτρια της ευθύνης που κουβαλά η ατομική ελευθερία στη ζωή, θα επιβεβαιώσει από αναλυτικές αφετηρίες το εύρημα πρόσφατης σχετικής έρευνας, σύμφωνα με το οποίο εκείνο που μετανιώνουν συχνότερα οι ετοιμοθάνατοι είναι που έζησαν όπως θα ήθελαν οι άλλοι..

Η Μάρω, ωστόσο, δεν θα χαϊδέψει την ανωριμότητα του αδρανούς και δεν θα τα ακουμπήσει όλα βολικά στους κακούς γονείς. Θα φέρει τον αναγνώστη της ενώπιον των ευθυνών του, όχι κουνώντας του το δάκτυλο, αλλά με τρόπο που δεν μπορεί εύκολα να αμφισβητηθεί από αυτό που λέγεται κοινός νους. Θα δώσει τη λύση, τη ματιά την εμπεριστατωμένη, τη γενναία, την αρκετά αναλυτική, μαζί με την αναμφισβήτητη ελευθερία να μην διορθώσει κανείς σφάλματα – άλλωστε τι νόημα θα είχε αλλιώς η ελευθερία; Απλώς θα αναδείξει τα εργαλεία, για χρήση από αυτόν που δεν θα διστάσει να δει βαθιά μέσα του.

Θα περάσει μετά σε διατροφικές διαταραχές με ψυχική αφετηρία, στην ανάλυση του φοβερού συναισθήματος της ζήλιας, χαμερπούς όσο και πάγκοινου στον κόσμο τούτο, για να καταδείξει τις αιτίες, τα ελατήρια και τελικά τις διεξόδους από αυτό (για το φορέα, αλλά και για το θύμα της).

Δεν θα αφήσει ανέγγιχτες μεγάλες πρωταγωνίστριες της ψυχαναλυτικής θεωρίας, την αναίρεση, την απώθηση, τη μεταβίβαση, την αντιστροφή, αμυντικούς μηχανισμούς που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επιστρατεύουν οι άνθρωποι, για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής τους. Μέσα από γλαφυρές ιστορίες και ζωντανά παραδείγματα, η Μάρω θα δώσει σε αυτές τις επιστημονικές έννοιες ένα casual ρούχο, για να τις ντύσει με τρόπο κατανοητό για το μέσο αναγνώστη, που επιθυμεί να πάει το μυαλό του λίγο παραπέρα.

Θα αποδομήσει επίσης τη συχνά κληρονομούμενη ανυπόμονη τάση μας ως λαού «να τελειώνουμε», που μας στερεί τόσο πολύ τη δυνατότητα να βιώνουμε με ευχαρίστηση το παρόν, τις στιγμές της ευτυχίας μας, που συχνά θυσιάζονται για το προγραμματισμένο, το «σωστό», το σημαντικό, το μέλλον.. Τι είναι τελικά σημαντικό, θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης εύλογα.

Να πούμε, τέλος, για τους τυχόν προκατειλημμένους, ότι η πατερική ματιά της Μάρως στα πράγματα δεν έχει καθόλου συμβατική θρησκευτικά οπτική γωνία. Τα αποσπάσματα από τα λόγια του Ιησού ή των μεγάλων της Εκκλησίας δεν έρχονται ως τιμωρητικές συμβατικότητες. Είναι επιλεγμένα να εξελίξουν τον ειρμό με όλως θετική, προοδευτική, ανθρώπινη ματιά μιας τελείωσης που αντλεί από το χριστιανισμό τη βαθύτερη ουσία των νοημάτων της πίστης του. Επομένως, μην νομιστεί σε καμία περίπτωση ότι η Μάρω «πουλά» θρησκεία σε συμπαθητικό περιτύλιγμα. Καμία σχέση.. Δίπλα στην Επιστολή προς Κορινθίους του Αποστόλου Παύλου, θα βρείτε και το απόφθεγμα του Καζαντζάκη από την «Αναφορά στον Γκρέκο»..

Στο ανυπέρβλητο «Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα» είδα να γίνεται λόγια αυτό που γενιές και γενιές βιώσαμε (και ίσως ακόμα βιώνουμε) τις Κυριακές το απόγευμα, αυτό το σφίξιμο στο διάφραγμα (στο «ηλιακό πλέγμα» των αρχαίων, που αποτελούσε την έδρα της ψυχής), κατάλοιπο των σχολικών χρόνων, την αίσθηση ότι αύριο ξεκινά μια ακόμα εβδομάδα υποχρεώσεων.. Πώς να μην θαυμάσεις τη διαχρονικότητα αυτής της τόσο μοναδικής συγγραφέως, μέσα στο μεγαλείο της απλότητάς της;

Συστήνομε λοιπόν ανεπιφύλαχτα τη Μάρω Βαμβουνάκη, αρχής γενομένης από το «Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα», όχι μόνον ως ευχάριστο και ενδιαφέρον ανάγνωσμα, αλλά και ως αφετηρία αυτοβελτίωσης επιτυχώς ισορροπημένης ανάμεσα στην επιστήμη και την εκλαΐκευση, μακριά από βολικά κλισέ, αλλά και λεπτομερείς, βαρετές θεωρίες.

current_Panos

0 Comments

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

contact us

We're not around right now. But you can send us an email and we'll get back to you, asap.

Sending

©2015

Log in with your credentials

Forgot your details?