Εκλογικός νόμος, ενίοτε κλειδί της Ιστορίας

Για όσους θυμούνται την ιστορία της Μικρασιατικής εκστρατείας (όσοι δώσαμε Πανελλήνιες μεταξύ 1982 και 1999 την είχαμε στην ύλη της Ιστορίας Δέσμης), η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης/14ης Νοεμβρίου 1920 αποτέλεσε το πρόσχημα εγκατάλειψης της χώρας μας από τους «συμμάχους» της στο μικρασιατικό μέτωπο, γεγονός που συνέβαλε καθοριστικά στην τραγωδία της καταστροφής του μικρασιατικού Ελληνισμού τον Αύγουστο του 1922.

Η ήττα του Βενιζέλου. Ποια ήττα; Τα στοιχεία δείχνουν ότι η παράταξη του Βενιζέλου («Κόμμα Φιλελευθέρων» και σύμμαχοι) έλαβε 375.803 ψήφους (50,3%) και οι αντίπαλοι της «Ηνωμένης Αντιπολίτευσης» (βασιλόφρονες αντιβενιζελικοί) 368.678 ψήφους (49,4%). Οι έδρες, όμως, που εξέλεξαν στην τότε Βουλή οι δύο συνασπισμοί ήταν 110 για τους βενιζελικούς και 260 για τους αντιβενιζελικούς. Σε τι οφείλεται αυτή η φοβερή αναντιστοιχία;

Η απάντηση είναι στο εκλογικό σύστημα, που ορίζεται με τον εκλογικό νόμο. Το εκλογικό σύστημα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο μηχανισμός μετατροπής του συσχετισμού των ψήφων σε συσχετισμό εδρών. Το εκλογικό σύστημα όχι μόνο δεν είναι μόνον ένα ανά τον κόσμο και την ιστορία, αλλά υπάρχουν πολλές διαφορετικές εκδοχές και παραλλαγές του, που σύντομα θα αναλύσουμε παρακάτω, για να καταλήξουμε σε αυτό που ισχύει σήμερα στη χώρα μας, με βαση το οποίο θα διεξαχθούν οι επικείμενες εθνικές εκλογες της 20ής Σεπτεμβριου, χωρίς κουραστικές στατιστικές λεπτομέρειες.

Τα βασικά εκλογικά συστήματα είναι δύο, το αναλογικό και το πλειοψηφικό.

Αναλογικό λέγεται το εκλογικό σύστημα, στο οποίο κάθε κόμμα/συνδυασμός λαμβάνει τον αριθμό εδρών, που αντιστοιχεί στο ποσοστό των ψήφων του. Για παράδειγμα, με 10% των ψήφων σε Βουλή 300 βουλευτών θα λάμβανε 30 έδρες.

Πλειοψηφικό λέγεται το σύστημα, στο οποίο το σύνολο των εδρών μιας περιφέρειας καταλαμβάνεται από το πρώτο σε ψήφους κόμμα/συνδυασμό, ανεξαρτήτως ποσοστού του (αυτό λέγεται σχετική πλειοψηφία, σε αντίθεση με την απόλυτη, που έγκειται στο 50%+1 ψήφο).

Ανάμεσα στα δύο αυτά βασικά συστήματα υπάρχει μια πληθώρα συστημάτων, που στην ουσία αποτελούν «μίγματα» των δύο βασικών, με μεγάλη διαφοροποίηση και στον τρόπο κατανομής των επικρατειών των χωρών σε περιφέρειες, γεγονός που καθορίζει σε σημαντικό βαθμό το τελικό αποτέλεσμα σε έδρες. Όσο περισσότερο διαιρείται μια χώρα σε περιφέρειες τόσο ένα οσοδήποτε αναλογικό εκλογικό σύστημα καταλήγει σε δυσανάλογο συσχετισμό εδρών.

Ας μείνουμε όμως στις βασικές παραμέτρους.

Το Σύνταγμα της Ελλάδας αναφέρει (άρθρο 54) ότι «Το εκλογικό σύστημα και οι εκλογικές περιφέρειες ορίζονται με νόμο που ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός και αν προβλέπεται η ισχύς του άμεσα από τις επόμενες εκλογές, με ρητή διάταξη που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών». Αυτό νομοθετήθηκε, για να αποφευχθεί μελλοντικά το κατά το παρελθόν συχνά επισυμβάν φαινόμενο να αλλάζει η κυβέρνηση τον εκλογικό νόμο παραμονές εκλογών, με τρόπο που να ευνοεί την ίδια και να βλάπτει την αντιπολίτευση. Τώρα ο συνταγματικός νομοθέτης απαιτεί ευρεία συναίνεση των βουλευτών (200 στους 300), για να ισχύσει τροποποιηθείς εκλογικός νόμος στις αμέσως επόμενες εκλογές.

Το ισχύον ελληνικό εκλογικό σύστημα είναι ο λεγόμενος «Νόμος Παυλόπουλου» (νυν Προέδρου της Δημοκρατίας) και ειδικότερα ο Νόμος 3636/08, ο οποίος δεν ίσχυσε στις εκλογές της 4/10/09 (που ήταν οι επόμενες της ψήφισής του), αλλά της 7/5/12 (που ήταν οι μεθεπόμενες) και στη σχετική βιβλιογραφία κατατάσσεται στα συστήματα ενισχυμένης αναλογικής (που σημαίνει ότι διατηρεί εν μέρει μια αναλογικότητα, αλλά ενισχύει το 1ο κόμμα).

Ο βασικός του αλγόριθμος είναι ότι οι 250 από τις 300 έδρες του ελληνικού κοινοβουλίου κατανέμονται αναλογικά μεταξύ των κομμάτων/συνδυασμών, που ξεπερνούν πανελλαδικά το 3% των έγκυρων ψήφων και οι υπόλοιπες 50 έδρες δίνονται ως μπόνους στο πρώτο σε ψήφους αυτοτελές κόμμα ή στον πρώτο σε ψήφους συνδυασμό, εφόσον ο μέσος όρος της δύναμης των κομμάτων που τον αποτελούν ξεπερνά το πρώτο σε δύναμη αυτοτελές κόμμα.

Να εξηγήσουμε λίγο τι σημαίνουν όλα αυτά:

  • Ως έγκυρες ψήφοι νοούνται μόνον όσες αφορούν σε κόμματα/συνδυασμούς. Η λευκή ψήφος δεν προσμετράται στα έγκυρα, μολονότι σχετική νομολογία του αρμόδιου Εκλογοδικείου θεωρεί ότι η λευκή ψήφος, σε αντίθεση με την άκυρη, αποτελεί ενάσκηση του εκλογικού δικαιώματος.
  • Επομένως, το όριο εισόδου στη Βουλή του 3% μετριέται επί του αθροίσματος των ποσοστών των κομμάτων/συνδυασμών και μόνο.
  • Από τα ανωτέρω προκύπτει το εξής (λογικό, αλλά όχι μαθηματικό) παράδοξο: όσο μεγαλώνει το άθροισμα των ποσοστών των κομμάτων/συνδυασμών που δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν το 3% τόσο διευκολύνεται η αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος/συνδυασμού. Πώς; Για να επιτύχει το 1ο κόμμα αυτοδυναμία (απόλυτη πλειοψηφία 151 εδρών στις 300), χρειάζεται 101 έδρες από τις 250 αναλογικά κατανεμόμενες (ώστε με την προσθήκη του μπόνους των 50 να αθροίσει 151).

 

(α) Ας υποθέσουμε ότι τα εκτός Βουλής κόμματα έλαβαν αθροιστικά 5%. Αυτό σημαίνει πως τα εντός Βουλής έλαβαν 95%. Αν το 1ο κόμμα έχει λάβει 38%, αυτό σημαίνει ότι δικαιούται αρχικά τα 38/95 των 250 εδρών, που σημαίνει

38

—— Χ 250 = 0,4 Χ 250 = 100 έδρες

95

100 έδρες + 50 (μπόνους) = 150 έδρες (οριακά όχι αυτοδυναμία)

 

(β) Ας υποθέσουμε τώρα ότι το 1ο κόμμα έχει λάβει πάλι 38%, αλλά τα εκτός Βουλής έχουν ανέβει στο 10%. Αυτό σημαίνει ότι τα εντός Βουλής έχουν λάβει 90% κι έτσι οι έδρες του 1ου υπολογίζονται αρχικά ως τα 38/90 των 250, ως εξής:

38

—— Χ 250 = 0,422 Χ 250 = 106 έδρες

90

106 έδρες + 50 (μπόνους) = 156 έδρες (σχετικά άνετη αυτοδυναμία)

 

  • Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι ψήφος σε κόμματα που δεν έχουν ελπίδα να ξεπεράσουν το όριο του 3% στην ουσία διευκολύνει το 1ο κόμμα! Κι αυτό γιατί μια τέτοια ψήφος μικραίνει τον παρονομαστή του κλάσματος, από το οποίο προκύπτει ο αριθμός των εδρών του 1ου στη φάση της αναλογικής κατανομής των 250 εδρών, που δεν είναι άλλος από το άθροισμα των εντός Βουλής. Ομοίως διευκολύνεται το 1ο κόμμα από τα λευκά, τα οποία ναι μεν δεν αθροίζονται με τις ψήφους του (κατά μια περιέργως επικρατούσα εντύπωση), ωστόσο θα το δυσχέραιναν, αν ήταν ψήφοι σε άλλο κόμμα.
  • Η πρόβλεψη να δικαιούται το μπόνους των 50 εδρών ο 1ος σε ψήφους συνασπισμός, μόνον εφόσον ο μέσος όρος της δύναμης των κομμάτων που τον αποτελούν ξεπερνά το 1ο σε ψήφους αυτοτελές κόμμα (που σημαίνει ότι πρέπει να μετέχει σε αυτόν απαραίτητα το 1ο κόμμα, αλλιώς δεν είναι μαθηματικά εφικτό) στην ουσία αποθαρρύνει τους συνασπισμούς και οφείλεται στο φόβο που διακάτεχε τη ΝΔ το 2008 ότι το ΠΑΣΟΚ θα συμμαχούσε με το ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εκλογές.

 

Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί να μπαίνουμε σε τόσο περίπλοκους υπολογισμούς και να μην αρκούμαστε στη δίκαιη και αναλογική κατανομή των εδρών, βάσει των ποσοστών των κομμάτων, οσοδήποτε μικρά και αν είναι αυτά (υπ’ αυτήν τη λογική κόμμα με 0,3% των ψήφων δικαιούται 1 έδρα). Ο αντίλογος είναι ότι η απλή αναλογική κατακερματίζει το πολιτικό σκηνικό και δυσχεραίνει το σχηματισμό κυβέρνησης και κατ’ επέκταση την πολιτική σταθερότητα.

 

Η απάντηση σε αυτό βέβαια έρχεται από την εμπειρία των 3 ½ τελευταίων ετών στη χώρα μας, όπου, παρά το σχηματισμό κυβερνήσεων συνεργασίας (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ Ιουν 12-Ιουλ 13, ΝΔ-ΠΑΣΟΚ Ιουλ 13-Ιαν 15, ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ Ιαν 15-σήμερα), η σταθερότητα δεν διακυβεύτηκε ιδιαίτερα και κατακτήθηκε μια πρωτοφανής για τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα κουλτούρα συναινέσεων.

 

Τέλος, κλείνουμε αυτήν τη δημοσίευση με την πληροφορία ότι στο ισχύον εκλογικό σύστημα ο συνολικός αριθμός των εδρών κάθε κόμματος προκαθορίζεται από τον προαναφερθέντα αλγόριθμο (250 αναλογικά στα άνω του 3% + 50 μπόνους στον 1ο) και η κατανομή στις περιφέρειες έπεται, βάσει ενός περίπλοκου μηχανισμού, που η ανάλυσή του ξεφεύγει από τους σκοπούς αυτού του σημειώματος. Αξίζει μόνο να αναφερθεί ότι, προκειμένου να επιτευχθεί το «ισόρροπο» συνολικό αποτέλεσμα εδρών σε μια αρκετά κατακερματισμένη σε περιφέρειες επικράτεια, όπως η ελληνική (56 εκλογικές περιφέρειες), σε ορισμένες περιπτώσεις η φθίνουσα τάξη των ποσοστών των κομμάτων δεν ακολουθείται από φθίνουσα τάξη εδρών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στη σημερινή Βουλή η κατανομή εδρών στο νομό Χανίων (4 έδρες):

 

ΚΟΜΜΑ

ΠΟΣΟΣΤΟΕΔΡΕΣ
ΣΥΡΙΖΑ43,1%3
ΝΔ19,8%
Το Ποτάμι12,2%1
ΑΝΕΛ5,8%
ΚΚΕ4,8%
Χρυσή Αυγή4,3%
ΠΑΣΟΚ2,9%
Λοιπά7,1%

 

Συνοπτικά θα πούμε ότι αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι τα κόμματα από το 3ο και κάτω λαμβάνουν έδρες στις περιφέρειες, όπου έχουν το μεγαλύτερο απόλυτο αριθμό ψήφων. Για περισσότερες λεπτομέρειες επί των ανωτέρω, είμαι στη διάθεσή σας μέσω της πλατφόρμας.

 

Για την ιστορία, το δυσανάλογο αποτέλεσμα εδρών των εκλογών του 1920 (της 1ης παραγράφου) οφείλεται στο εξής απλό συμβάν: Το εκλογικό σύστημα ήταν πλειοψηφικό, αλλά με μεγάλες περιφέρειες (π.χ. Κρήτη, Θράκη, Μακεδονία, Αττική κλπ.). Οι βενιζελικοί κέρδισαν με μεγάλη διαφορά (που δεν την χρειάζονταν) τις περιφέρειες με λίγες έδρες (Κρήτη, Θράκη, νησιά), ενώ οι αντιβενιζελικοί κέρδισαν με μικρή διαφορά (που αρκούσε) την Αττική, που είχε πολλές έδρες (και έτσι τις έλαβαν όλες..).

 

Ο εκλογικός νόμος, λοιπόν, δεν είναι μια στατιστική εμμονή λίγων γραφικών. Ενίοτε αποδεικνύεται το κλειδί της ιστορίας.

 

current_Panos

0 Comments

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

contact us

We're not around right now. But you can send us an email and we'll get back to you, asap.

Sending

©2015

Log in with your credentials

Forgot your details?