Ευρωπαϊκή Ένωση, βασικό πολιτικό πλαίσιο και προοπτικές (;)

Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες εθνικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 ήταν η πρώτη φορά που ένα -κατ’ όνομα έστω- αριστερό κόμμα κέρδιζε την πρώτη θέση σε εθνικές εκλογές στη χώρα μας (είχε προηγηθεί η νίκη στις περσινές ευρωεκλογές, αλλά με χαμηλότερο ποσοστό και διαφορά από τη 2η ΝΔ). Κατ’ επέκταση, ο σχηματισμός κυβέρνησης με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ (και συμμετοχή των ΑνΕλ) αποτελεί ένα στοίχημα ως προς το αν είναι εφικτή η εφαρμογή μιας αριστερής πολιτικής, μέσα στο πλαίσιο της ΕΕ. Σκοπός του παρόντος σημειώματος δεν είναι ούτε η υπεράσπιση της κυβέρνησης ούτε η αποδόμησή της. Είναι απλά η εξέταση από μια νηφάλια οπτική ορισμένων σημαντικών συνιστωσών του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, που επικαθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τα όρια των πολιτικών, οι οποίες μπορούν να ασκηθούν σε εθνικό επίπεδο. Σεβόμαστε αυτονόητα την ιδεολογία και άποψη κάθε αναγνώστη και φίλου και απλώς επιδιώκουμε να συμβάλουμε σε μια ορθολογική προβληματική, μακριά από προκαταλήψεις και συνθήματα.

Το πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ καθορίστηκε αρχικά στη συνθήκη του Μάαστριχτ (1992), όπως συμπληρώθηκε από τις συνθήκες του Άμστερνταμ (1997) και της Λισαβόνας (2005). Ειδικότερα, η οικονομική πολιτική των χωρών της ζώνης του ευρώ διέπεται από τις διατάξεις του λεγόμενου «Συμφώνου για το ευρώ» (2010), που αποτελεί τη συνέχειά τους. Σε αδρές γραμμές, οι βασικές κατευθύνσεις αυτών των πολιτικών έχουν έντονο το χρώμα του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή μιλούν για δημοσιονομική σταθερότητα (ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς χωρίς ελλείμματα), τιθάσευση του χρέους των χωρών-μελών, σταθερότητα τιμών (χαμηλός επίσημος πληθωρισμός), ανταγωνιστική αγορά αγαθών και υπηρεσιών.

Στις συνθήκες της υψηλής ανεργίας των χωρών της ΕΕ (10% μέσος όρος το 2014, με σημαντικές αποκλίσεις από το 26% της Ελλάδας και το 24% της Ισπανίας έως το 5% Γερμανίας και Αυστρίας), ιστορική κληρονομιά των μεγάλων πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του 70, που δεν ξεπεράστηκε ουσιαστικά ποτέ, παρά μόνο «κρύφτηκε» πίσω από τις στατιστικές της flexicurity (αγγλικός νεολογισμός, που προκύπτει από το συνδυασμό των λέξεων flexibility=ευελιξία και security=ασφάλεια και ενίοτε μεταφράζεται στα ελληνικά ως ευελφάλεια), η δημοσιονομική πειθαρχία ως πανευρωπαϊκή στρατηγική, όπως αναλύθηκε παραπάνω, αποτελεί εγγύηση διατήρησης του επιπέδου απασχόλησης στα ίδια πάνω κάτω επίπεδα. Αυτό δεν αποτελεί υποκειμενισμό. Διδάσκεται στο 1ο έτος των Οικονομικών σπουδών, στο μάθημα της Μακροοικονομίας. Όσο ευχάριστο και αν ακούγεται το ότι τα ελλείμματα, τα χρέη και οι τιμές είναι τιθασευμένα, τόσο σίγουρο είναι ότι η ανεργία απλά θα μπορεί να μετασχηματίζεται σε part time δουλειές ή mini jobs, που έχουν γίνει πολύ μόδα στη βόρεια Ευρώπη (οι άνεργοι υποχρεώνονται σε μια οποιαδήποτε δουλειά, υπό την απειλή περικοπής του επιδόματος ανεργίας και αμείβονται εργαζόμενοι μόνο με αυτό). Η «ευχάριστη» ανταγωνιστικότητα ορίζεται, σύμφωνα με το «Σύμφωνο για το ευρώ», σε σχέση με το εργατικό και μη μισθολογικό κόστος των κυριότερων εμπορικών εταίρων της ΕΕ (λέγε με Κίνα). Επομένως, η κατ’ αρχήν έστω αποδοχή του ευρωπαϊκού πλαισίου οικονομικής πολιτικής ακυρώνει στην πράξη κάθε δυνατότητα άσκησης μιας εντελώς διαφορετικής και πιο κοινωνικής οικονομικής πολιτικής.

Περνάμε σε μια δεύτερη, υποτιμημένη στο δημόσιο διάλογο, συνιστώσα των ευρωπαϊκών πολιτικών, την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ). Όλοι ξέρουν για τις επιδοτήσεις, που έγιναν τζιπ και εξοχικά. Λίγοι, όμως, γνωρίζουν ότι η ΕΕ τη δεκαετία του 80 επιδότησε εκσυγχρονισμούς μηχανολογικού εξοπλισμού (τρακτέρ, θεριζοαλωνιστικές μηχανές κ.ά.), με προμήθειά του από τον ευρωπαϊκό Βορρά, τη δεκαετία του 90 τις στρεμματικές αποδόσεις (μην ελέγχοντας –γιατί άραγε;- το ότι η Κρήτη μόνο είχε δηλωθεί 20 φορές) και τη δεκαετία του 00 τις τιμές, σε σχέση με τους κύριους εμπορικούς ανταγωνιστές (εξ ου και τα πορτοκάλια Αργεντινής), αφήνοντας την αγροτική παραγωγή του ευρωπαϊκού Νότου έρμαιο του ανταγωνισμού των κινέζικων μεροκάματων. Σε συνδυασμό με τις λεγόμενες ποσοστώσεις (π.χ. θα παράγεις 1.000.000 τόνους πορτοκάλι και στον εκατομμυριοστό πρώτο θα φας πρόστιμο «συνυπευθυνότητας» (!)), γίνεται αδρά αντιληπτό, χωρίς περαιτέρω κουραστικές λεπτομέρειες, γιατί από αιώνων παραδοσιακές ελληνικές καλλιέργειες, κλιματικά κατάλληλες για τη χώρα (καπνός, βαμβάκι, ελιές, ζάχαρη, εσπεριδοειδή κ.ά.) έμειναν πίσω, γιατί η ελληνική ύπαιθρος ερημώνει, γιατί το κρεμμύδι Αιγύπτου είναι στο σούπερ μάρκετ φθηνότερο από το βατικιώτικο (Λακωνίας) και γιατί το ότι ορισμένες επιδοτήσεις έγιναν τζιπ (για να μην κακολογούμε μια ολόκληρη κατηγορία πληθυσμού, τον αγροτικό) δεν αρκεί για να εξηγήσει την κατάσταση. Και βέβαια είναι ωραίο να αγοράζεις ελληνικά, αλλά αυτό ακούγεται λίγο ειρωνικό για τον άνεργο ή εργαζόμενο των 500 ευρώ, που μετρά και το τελευταίο του ευρώ, για να βγει ο μήνας.

Τέλος, μιλώντας για τη μεταναστευτική πολιτική, όπως αναλύθηκε στο άρθρο μας «Μεταναστευτικό, μυωπική απανθρωπιά με τη βούλα», οι συνθήκες Σένγκεν και Δουβλίνα Ι και ΙΙ στην ουσία δένουν τα χέρια των χωρών-πυλών της ΕΕ (Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία) και τις υποχρεώνουν είτε σε συνεργασία με για διαφορετικούς λόγους μη συνεργάσιμες χώρες προέλευσης μεταναστών (Αφγανιστάν, Ιράκ, Τουρκία) είτε σε τήρηση εξαιρετικά αυστηρών προϋποθέσεων προώθησης μεταναστών στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.

Συμπερασματικά, λοιπόν, μια οσοδήποτε αριστερή και καλοπροαίρετη κυβέρνηση χώρας της ΕΕ και δη του ευρωπαϊκού Νότου, εφόσον λαμβάνει ως δεδομένο το πλαίσιο οικονομικής, αγροτικής και μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ, ελάχιστα αντικειμενικά περιθώρια παρέκκλισης από τις αναπόφευκτες συνέπειές του διατηρεί. Τα ελάχιστα αυτά περιθώρια έγκεινται μόνο στα παρακάτω:

  • Διαπραγμάτευση του τρόπου αποπληρωμής του (κατά τα άλλα στο ακέραιο αποδεχθέντος) χρέους.
  • Εγγυήσεις ελάχιστης προστασίας μόνο των εξαιρετικά αδύναμων συμπολιτών μας («αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης»).
  • Μη χειροτέρευση προσωρινά των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων (αποκλειομένης της βελτίωσης).

 

Επειδή από τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα το πολιτικό ρητορικό ερώτημα («δηλαδή πάλι μια απ’ τα ίδια;»), κρίνουμε σκόπιμο να ισχυριστούμε ότι η αλλαγή πολιτικής επί το φιλολαϊκότερο μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολη, όμως όχι αδύνατη και σε κάθε περίπτωση προϋποθέτει αλλαγή πλαισίου συνθηκών στο επίπεδο της ΕΕ και όχι αλλαγή μιας κυβέρνησης σε μια χώρα. Προς την κατεύθυνση αυτή, επιβάλλεται εκ των πραγμάτων αύξηση της κοινωνικής πίεσης προς τις κυβερνήσεις και τους «θεσμούς» και εκλογή κυβερνήσεων με σαφές φιλολαϊκό πρόσημο, που διαρκώς πιεζόμενες από πραγματικά απαιτητικές κοινωνίες  θα μετακινήσουν το κέντρο βάρους της οικονομικής πολιτικής πανευρωπαϊκά από τη δημοσιονομική στην κοινωνική σταθερότητα.

 

Η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑνΕλ ως τώρα κρίνεται μόνο για τις καλές τις προθέσεις, καθώς θα ήταν άδικη μια πρόωρη αρνητική κριτική. Όσο βέβαιο, όμως, είναι ότι σε μια διαπραγμάτευση δεν παίρνεις μόνο, αλλά και δίνεις, άλλο τόσο βέβαιο παραμένει ότι η ένταση της κοινωνικής ανισότητας στη χώρα μας λιγοστεύει γρήγορα το χρονικό περιθώριο ανοχής και αντοχής, μέχρι την εξεύρεση λύσεων ανακούφισης των ασθενέστερων συμπολιτών μας. Όλοι και όλα θα κριθούν εκ του αποτελέσματος.

 

current_Panos

1 Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

contact us

We're not around right now. But you can send us an email and we'll get back to you, asap.

Sending

©2015

Log in with your credentials

Forgot your details?